Όπως σημειώνει και ο άλλοτε πρόεδρος του «ΣΚΟΥΦΑ», αρτινός λόγιος, Γιάννης Τσούτσινος, μετά την απελευθέρωση της πόλης, στο λαό της ελεύθερης πλέον Άρτας έπεφταν τρία βαριά καθήκοντα: η απόκτηση της οικονομικής ελευθερίας από την καταπίεση των τσιφλικάδων, η επίτευξη της εθνικής ελευθερίας για τους αδελφούς τους εκείθεν του Αράχθου, οι οποίοι είχαν μείνει ακόμη υπό την οθωμανική κυριαρχία, και, τέλος, η συγκρότηση ενός υψηλού μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου, αντάξιου ελεύθερων Ελλήνων.

Μόλις ηρέμησε κάπως ο τόπος από τον αγροτικό ξεσηκωμό της εποχής, οι ελάχιστοι επιστήμονες της περιοχής αποφασίζουν να φέρουν το λαό της Άρτας σε επαφή και γνωριμία με τα γράμματα και τον πολιτισμό. Η ιδέα ωριμάζει γρήγορα και, μετά από κάποιες αρχικές προσπάθειες για ίδρυση μουσικού, φιλολογικού και αθλητικού σωματείου που οδήγησαν σε προβληματισμούς και αντεγκλήσεις, ξεπήδησε, στις 6 Απριλίου 1896, ο Ηπειρωτικός Σύλλογος Άρτης «Ο ΣΚΟΥΦΑΣ».

Ο σύλλογος συνέχισε να λειτουργεί με την ονομασία αυτή για 70 περίπου χρόνια, μέχρι το 1966, οπότε και μετονομάστηκε σε Μουσικοφιλολογικός σύλλογος Άρτης «Ο ΣΚΟΥΦΑΣ», ονομασία με την οποία πορεύεται συνεχώς μέχρι και σήμερα. Την ίδια χρονιά φιλοτεχνείται και το έμβλημα του συλλόγου, από τον διεθνούς φήμης εικαστικό και ζωγράφο, Γιάννη Μόραλη, ο οποίος το προσέφερε αφιλοκερδώς στο Σύλλογο.
Bασικός στόχος ίδρυσής του είναι, σύμφωνα με το ιδρυτικό του καταστατικό, η βελτίωση με κάθε μέσο τόσο των μελών του συλλόγου όσο και του λαού. Όπως βλέπουμε, ο βασικός στόχος του συλλόγου είναι αρκετά γενικός και αόριστος, καθώς αναφέρεται γενικόλογα σε βελτίωση με κάθε μέσο των μελών του συλλόγου και του λοιπού λαού. Η ονομασία επίσης που επιλέχθηκε (“Ηπειρωτικός Σύλλογος Άρτης ο Σκουφάς”) δεν δίνει σαφές στίγμα για το περιεχόμενο των δράσεών του. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με τις αρχικές δράσεις του συλλόγου καθώς και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων, δημιουργεί εύλογα την υποψία ότι η επιλογή του προσδιορισμού “Ηπειρωτικός” δεν ήταν τυχαία, και η χρήση του ονόματος των εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας Νικολάου Σκουφά, ενδεχομένως να είχε και συμβολικό χαρακτήρα.

Δεν είναι απίθανο δηλαδή η λέξη “Ηπειρωτικός” να υποδηλώνει τη διάθεση των μελών του συλλόγου να εστιάσουν τις προσπάθειές τους στη διαμόρφωση του κατάλληλου υπόβαθρου (πνευματικού, υλικού, ιδεολογικού) για την έναρξη ή την υποστήριξη μιας προσπάθειας για την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος και των υπόλοιπων περιοχών της Ηπείρου, που βρίσκονταν ακόμη τότε στην οθωμανική επικράτεια. Υπό το πρίσμα αυτό, η επιλογή του Νικολάου Σκουφά, ως την προσωπικότητα εκείνη που θα αποτελούσε το σημείο ταυτότητας του συλλόγου, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Σκουφάς υπήρξε πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας, θέτοντας τα θεμέλια για την έναρξη του επαναστατικού αγώνα του 1821. Η δράση του συλλόγου λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή του, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των βαλκανικών πολέμων, ενισχύει την υπόθεση αυτή[1]. Όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Ράπτης (πρόεδρος του ΣΚΟΥΦΑ από το 1946 έως το 1950), το Δ.Σ. του ΣΚΟΥΦΑ αποτελούσε μυστικό μέλος της “Εθνικής Εταιρείας” και με ενέργειες του τότε προέδρου του, Ευάγγελου Χέλμη, τοποθέτησε στο αγρόκτημα Καραπάνου στην περιοχή “Ιμάμ Τσαούς” (σήμερα Άγιος Σπυρίδωνας), το οποίο βρισκόταν στην απέναντι πλευρά των συνόρων, ως επιστάτη ένα μέλος του συλλόγου το οποίο διενεργούσε συστηματική κατασκοπεία ως προς τον οθωμανικό στρατό και διαβίβαζε τις πληροφορίες που συνέλεγε στον πρόεδρο ο οποίος με τη σειρά του τις διαβίβαζε στην αρμόδια στρατιωτική υπηρεσία η οποία αποκτούσε έτσι γνώση των κινήσεων του οθωμανικού στρατού στην περιοχή των συνόρων.
Είναι πολύ δύσκολο να εντάξει κανείς 130 χρόνια συνεχούς δράσης και λειτουργίας στο μικρό διάστημα που θα πρέπει να διαρκέσει μια ομιλία. Δεν μου είναι δυνατό (δεν θα ήταν ακόμη κι αν το ήθελα), να παρουσιάσω αναλυτικά τη δράση του συλλόγου έτος κατ’ έτος. Μια αναγκαστικά σύντομη καταγραφή των πρώτων 100 ετών ζωής έχει κάνει ο (και πρόεδρος του ΣΚΟΥΦΑ) αρτινός λόγιος Γιάννης Τσούτσινος, σε ένα βιβλίο που εξέδωσε ο Σκουφάς το 1997, με την ευκαιρία των 100 ετών λειτουργίας του. Η επόμενη περίοδος απομένει να καταγραφεί από τους ιστορικούς του τόπου μας. Θα προσπαθήσω, επομένως να καταγράψω σε γενικές γραμμές την προσπάθεια του συλλόγου για πολιτιστική, πνευματική και καλλιτεχνική δράση και να αποτιμήσω την παρουσία του. Θα το επιχειρήσω αυτό διακρίνοντας τη δράση του Σκουφά σε τρεις περιόδους. Η πρώτη είναι από την ίδρυσή του έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και ο σύλλογος διακόπτει την λειτουργία του με εντολή των Γερμανών κατακτητών, η δεύτερη είναι από το 1945 και την απελευθέρωση έως τη μεταπολίτευση, οπότε και αρχίζει μια νέα περίοδος στη δράση του συλλόγου με την ύπαρξη και την αξιοποίηση σημαντικών δωρεών που δίνουν άλλη ώθηση στις δυνατότητες του συλλόγου και η τρίτη είναι από τη μεταπολίτευση έως σήμερα, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μακροβιότητα των προσωπικοτήτων που αναλαμβάνουν τα ηνία του συλλόγου.
Η πρώτη περίοδος αποτελεί αναγκαστικά περίοδο δοκιμασιών και αναζητήσεων για τα μέλη του συλλόγου και τα πρώτα διοικητικά συμβούλια.



Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για την περίοδο που μαστίζεται από δύο παγκοσμίους πολέμους κι έναν βαλκανικό, από τον ψυχοφθόρο εθνικό διχασμό, την οικονομική κρίση του 30, τη Μικρασιατική καταστροφή. Μέσα σε όλη αυτή την φουρτούνα, ο σύλλογος προσπαθεί να βρει το βηματισμό του. Διοργανώνει γυμναστικές επιδείξεις και διαλέξεις από ντόπιους επιστήμονες, ενοικιάζει χώρο για να λειτουργήσουν τα γραφεία του συλλόγου, προσπαθεί να φέρει τους αρτινούς κοντά στο ραδιόφωνο, συγκροτεί βιβλιοθήκη ήδη από το 1896 . Ιδρύει τη Φιλαρμονική το 1898

και λειτουργεί παράλληλα τη Μουσική Σχολή,

από την οποία βγήκαν λαμπροί μουσικοί με αξιοσημείωτη καριέρα στο ελληνικό μουσικό στερέωμα. Οργανώνει θεατρικές παραστάσεις, προσπαθεί να συμβάλει στην ένταξη των προσφύγων στην αρτινή κοινωνία, οργανώνει μαθήματα χορού και προωθεί κοινωνικές και πολιτισμικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της αστικοποίησης.
Για τους λόγους αυτούς καθίσταται τιμητικό μέλος ενός εκ των αρχαιοτέρων συλλόγων της Ελλάδας, του συλλόγου «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ» στην Αθήνα.
Με την επανίδρυσή του, το 1945, μετά την αναγκαστική διακοπή της λειτουργίας του μετά από γερμανική διαταγή, ο σύλλογος προσπαθεί να επανεκκινήσει δυναμικά την πορεία του.
Αναβιώνει τα αρτινά κομιτάτα και τα έθιμα των αποκρεών, διοργανώνει σειρά διαλέξεων και προχωρά στην έκδοση ιστορικού και λαογραφικού περιοδικού, του γνωστού σε όλους μας «ΣΚΟΥΦΑ», του οποίου το πρώτο τεύχος εκδίδεται το 1955. Ξεκινά τις προσπάθειες για την απόκτηση ιδιόκτητης στέγης μετά τη σημαντική δωρεά του οικοπέδου της πρώην εβραϊκής συναγωγής από την ισραηλιτική κοινότητα Άρτης το 1957 και τη δωρεά του «αέρα» του δημοτικού κέντρου «Αμβρακικόν», νυν «Βυζάντιο», από το Δήμο Αρταίων το 1963. Λειτουργεί λαϊκό αναγνωστήριο, συνεχίζει τη λειτουργία του θεατρικού τμήματος και της φιλαρμονικής, ιδρύει φωτογραφιοθήκη και λειτουργεί για κάποιο διάστημα και ραδιοφωνικό σταθμό. Διοργανώνει εκδρομές, συμμετέχει σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, προσκαλεί ανθρώπους της τέχνης και του πολιτισμού και διοργανώνει πληθώρα εκθέσεων ζωγραφικής. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, σημαντική είναι η απόφασή του να μη γίνονται διαγραφές μελών βάσει υποδείξεων των αρχών, αλλά μόνο βάσει του καταστατικού.
Την εποχή αυτή παγιώνονται τα βασικά τμήματα του συλλόγου. Το τμήμα βιβλιοθήκης, από το 1992 μεταφέρθηκε στο ισόγειο της οικίας του Γαρουφαλιά , επί της οδού Αποκαύκου 1, που ανήκει στα ΕΛΕΗ Άρτας.
Την ίδια χρονιά δημιουργείται αναγνωστήριο και αρχίζει η οργάνωση της Βιβλιοθήκης σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Αυτή τη στιγμή όλα τα βιβλία είναι καταλογογραφημένα και ταξινομημένα. Η Βιβλιοθήκη λειτουργεί ως δανειστική για το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων της, εκτός των σπάνιων βιβλίων και των χειρογράφων. Η επισκεψιμότητά της αυξάνεται συνέχεια , ιδιαίτερα με μαθητές σχολείων και φοιτητές, αλλά και πληθώρα αρτινών, δείγμα του σπουδαίου έργου που επιτελεί. Ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο ψηφιοποίησης των σπάνιων βιβλίων (τα οποία εκτιμώνται ότι είναι επιπέδου πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης παγκοσμίου επιπέδου) και των αρχείων, ενώ έχει διαμορφωθεί και τμήμα παιδικής βιβλιοθήκης.
Επιπλέον είναι προσβάσιμη σε άτομα με κινητική αναπηρία.
Το θεατρικό τμήμα είναι κι αυτό από τα παλαιότερα του συλλόγου. Στις 2 Οκτώβρη 1900 υπεβλήθη υπόμνημα στον πρόεδρο του Συλλόγου «περί ιδρύσεως θεάτρου αποτελούντος αναπόσπαστον τμήμα του Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ» και έτσι το 1903 ιδρύθηκε ο Δραματικός Σύλλογος Άρτας, που παρουσίασε διάφορα θεατρικά έργα.
Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13, η Μικρασιατική καταστροφή και άλλα γεγονότα εμπόδισαν τη συνέχιση της θεατρικής προσπάθειας. Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απραξίας, το 1939 ο «ΣΚΟΥΦΑΣ» ανέβασε στο νεόδμητο τότε κινηματογράφο ΤΙΤΑΝΙΑ τα «Αρραβωνιάσματα» του Δ. Μπόγρη. Από τότε συνέχισε τη λειτουργία του με περιοδικές παραστάσεις ως το 1964. Ακολούθησε ένα διάστημα θεατρικής αδράνειας μέχρι και το 1986. Έκτοτε οργανώθηκαν πάμπολλες παραστάσεις,
Σήμερα το θεατρικό εργαστήρι αποτελεί ζωντανή κοιτίδα θεατρικής παιδείας, με αξιόλογες παραστάσεις όχι μόνο από το τμήμα ενηλίκων, αλλά και από το εφηβικό και παιδικό τμήμα του.
Το τμήμα φιλαρμονικής, είναι από τα πρώτα που ιδρύθηκαν
και λειτουργούν από το σύλλογο. Δυο χρόνια μόλις μετά την ίδρυση του Μ/Φ Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ» το 1898, το Δ.Σ. του Συλλόγου αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση Φιλαρμονικής και προσέλαβε ως πρώτο μουσικό τον Νικ. Παναγόπουλο. Στο μεταξύ υπήρχε μια κατάσταση γενικής ευφορίας όσο αφορά στην ευόδωση των στόχων, αφού η νεολαία της Άρτας «έτρεχε» να μάθει μουσική. Η πρώτη δημόσια εμφάνιση έγινε θριαμβευτικά με σαράντα όργανα. Η Φιλαρμονική έδωσε συναυλίες, συμμετείχε σε εκδηλώσεις και σε εθνικές γιορτές, με επικεφαλής σπουδαίους αρχιμουσικούς. Στο πέρασμα των χρόνων η Φιλαρμονική και η Μουσική Σχολή του «ΣΚΟΥΦΑ» αγκαλιάστηκαν από την Αρτινή κοινωνία. Σήμερα η Φιλαρμονική εξακολουθεί να συμμετέχει σε εθνικές και θρησκευτικές τελετές, τόσο στα όρια του νομού μας, όσο και αλλού στην Ελλάδα, έχει συνεργαστεί με φιλαρμονικές άλλων περιοχών κι έχει λαβει εξαιρετικές κριτικές.
Επίσης, στη Φιλαρμονική εξακολουθεί να διδάσκεται δωρεάν η Μουσική Τέχνη, προσφέροντας έτσι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία επαφής με τη μουσική.
Το χορευτικό τμήμα μπορεί να μην έχει την παλαιότητα άλλων τμημάτων, αλλά έχει εξίσου πλούσια δράση. Ξεκίνησε τη δραστηριότητά του το 1978
με ένα μικτό χορευτικό συγκρότημα παραδοσιακών χορών. Κατά τη διάρκεια της μέχρι σήμερα παρουσίας του πραγματοποίησε πολυάριθμες εμφανίσεις τόσο στις πόλεις της Ελλάδας, όσο και του εξωτερικού και απέσπασε πολλές τιμητικές διακρίσεις. Σήμερα το χορευτικό τμήμα του Συλλόγου αποτελείται από τμήματα παιδικά και εφηβικά, ενήλικων αρχαρίων, γυναικών και μικτό. Διατηρεί συλλογή παραδοσιακών στολών ( ανάμεσά τους και αυθεντικές )
από διάφορες περιοχές της Ελλάδος, διαθέτει συλλογή τοπικών τραγουδιών, καθώς και βιβλία παραδοσιακής μουσικής και λαογραφίας και αναβιώνει αποκριάτικα δρώμενα. Από το 1996 διοργανώνει με απόλυτη επιτυχία Φεστιβάλ με τίτλο «ΠΑΡΑΔΟΣΗ – ΧΟΡΟΣ – ΤΡΑΓΟΥΔΙ», το σημαντικότερο πολιτιστικό γεγονός της περιοχής μας, στο οποίο συμμετέχουν Πολιτιστικοί Σύλλογοι από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό καθώς και καταξιωμένοι καλλιτέχνες της δημοτικής μας μουσικής παράδοσης, με στόχο την ανάπτυξη της φιλίας κα της συνεργασίας των πολιτιστικών συλλόγων.
Η χορωδία του συλλόγου έχει επίσης μιαν αξιοσημείωτη παρουσία. Ιδρύθηκε το 1978 από ανθρώπους εραστές της παράδοσης και του γνήσιου δημοτικού τραγουδιού και με σκοπό τη διάσωση και διάδοση αυτού στην αυθεντική του μορφή. Από τον Απρίλιο του 1978, η Χορωδία αποτελεί τμήμα του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ» και μάλιστα από τα πιο δραστήρια. Σήμερα η χορωδία δεν επικεντρώνεται μόνο στο παραδοσιακό τραγούδι, αλλά και στο έντεχνο και το σύγχρονο ελληνικό και έχει δώσει παραστάσεις τόσο στην περιοχή μας όσο και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Η μεταπολιτευτική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη των μακροβιότερων προέδρων του συλλόγου, οι οποίοι συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξή του και το άνοιγμά του στην αρτινή κοινωνία. Επί των ημερών τους ο σύλλογος απέκτησε ιδιόκτητο χώρο, την πνευματική του στέγη, δέχθηκε σημαντικές δωρεές, με αποτέλεσμα να λειτουργεί δύο μουσεία, το Ιστορικό Μουσείο και το Λαογραφικό Μουσείο, καθώς και να απονέμει κάθε χρόνο τα αγραφιώτικα και μπαρμπαστάθεια βραβεία, τα οποία έχουν πλέον αποτελέσει θεσμό για την πόλη μας. Οι πρόεδροι αυτοί είναι με χρονολογική σειρά, ο Γιάννης Τσούτσινος, σημαντικός λόγιος και νομικός.
Επί της προεδρίας του, πέραν όλων των άλλων, ο σύλλογος βραβεύτηκε με το Μέγα Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του, δέχτηκε τη δωρεά του άνω ορόφου και μέρους του ισογείου της οικίας Π. Ε. Γαρουφαλιά, που στεγάζει το Ιστορικό Μουσείο και προχώρησε στην ίδρυση νέων τμημάτων. Ο Κώστας Βάγιας, που διαδέχτηκε τον Τσούτσινο και ταύτισε την μορφή του με αυτή του ΣΚΟΥΦΑ για πολλά χρόνια μέχρι που εξελέγη για μια δωδεκαετία δήμαρχος Αρταίων. Επί των ημερών του εγκαινιάστηκε το Λαογραφικό Μουσείο και ξεκίνησε τη λειτουργία της η Γαρουφάλειος στέγη, έγιναν δεκτά τα κληροδοτήματα Αγραφιώτη και Μπαρμπαστάθη και άρχισε η απονομή των αντίστοιχων βραβείων.
Ο Βασίλης Καρατσιώλης, ο μακροβιότερος πρόεδρος του συλλόγου.
Επί των ημερών του παραχωρήθηκε στο σύλλογο ο «αέρας» της πνευματικής στέγης, ο σύλλογος γιόρτασε τα εκατοντάχρονά του και προχώρησε στην έκδοση πονήματος για την ιστορία του, διοργάνωσε συμπόσια και συνέδρια. Ο Γιάννης Κουτσούμπας. Επί των ημερών του ο σύλλογος συνδέθηκε με αξιόλογα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, η Εκπαιδευτική Εταιρεία και το ΤΕΙ Ηπείρου, διοργανώνοντας πληθώρα επιστημονικών και επιμορφωτικών εκδηλώσεων και παγιώνοντας τη λειτουργία των δύο Μουσείων και της Πινακοθήκης. Ο Νίκος Μπανταλούκας. Επί των ημερών του επήλθε συμφωνία με το Ωνάσειο Ίδρυμα και ανακαινίστηκε η αίθουσα της πνευματικής στέγης του συλλόγου, διαμορφώθηκε και λειτουργεί η νέα σύγχρονη στέγη της Φιλαρμονικής, συγκροτήθηκε η παιδική βιβλιοθήκη και οργανώθηκε το πανελλήνιο συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη μικρασιατική καταστροφή με συμμετοχή κορυφαίων επιστημόνων και του πρώην ΠτΔ, Προκόπη Παυλόπουλου.
Σήμερα Το έργο όλων αυτών συνεχίζει ο νέος πρόεδρος Χαρίλαος Σπυρίδων Βάγιας.
Το Ιστορικό Μουσείο έχει θέμα την ιστορία της Άρτας
από την αρχαιότητα έως την σύγχρονη εποχή και έχει οργανωθεί με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις της επιστήμης της μουσειολογίας, σύμφωνα με τις οποίες τα μουσεία είναι ζωντανοί χώροι παιδείας. Έτσι μέσα στο χώρο του μουσείου δημιουργήθηκαν σκηνογραφικές συνθέσεις με τη βοήθεια των οποίων ο επισκέπτης, περνώντας από τη μια αίθουσα στην άλλη, παρακολουθεί κατά χρονολογική σειρά και μαθαίνει την ιστορία της Άρτας, με τρόπο ευχάριστο και κατανοητό.
Το Λαογραφικό Μουσείο είναι ένα διώροφο νεοκλασικό οίκημα,
χτισμένο το 1864 από αυστριακό αρχιτέκτονα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα ως μεθοριακός σταθμός των Τούρκων, αφού με τη συνθήκη του 1881 τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας ήταν στη μέση του Γεφυριού. Δωρήθηκε στο σύλλογο από το Υπουργείο Οικονομικών, την περίοδο υπουργείας του εκδημήσαντος συντοπίτη μας, Δημήτρη Τσοβόλα.
Οι συλλογές περιλαμβάνουν αντικείμενα από τον υλικό βίο (λαϊκά επαγγέλματα, αγροτικές ασχολίες), οικιακά σκεύη, όργανα χειροτεχνίας, αποκριάτικες μεταμφιέσεις, ενδυμασίες καθώς και υλικό (έντυπο και εικαστικό) σχετικό με το θρύλο του Γεφυριού.
Το 2007 ο Σύλλογος “ΣΚΟΥΦΑΣ” διαμόρφωσε στη “ΓΑΡΟΥΦΑΛΕΙΟ ΣΤΕΓΗ” μία αίθουσα προκειμένου να στεγασθεί η Πινακοθήκη του Συλλόγου.
Οι αναρτημένοι πίνακες αποτελούν δωρεές ζωγράφων, οι εκθέσεις των οποίων έχουν κατά καιρούς φιλοξενηθεί στο Σύλλογο, αλλά και Αρτινών εκπροσώπων των εικαστικών τεχνών.
Ο Σύλλογος έχει βραβευτεί για τη δράση του από την Ακαδημία Αθηνών, την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος, καθώς και από μια σειρά άλλων συλλόγων και φορέων.
Έχει παραχωρήσει την πνευματική του στέγη για πλήθος εκδηλώσεων, τόσο σε δημόσιους όσο και σε ιδιωτικούς φορείς αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς συλλόγους, σε σχολεία, εκδοτικούς οίκους και καλλιτέχνες.
Από την αίθουσά του έχουν περάσει σημαντικές μορφές των γραμμάτων και των επιστημών όπως ο Μάνος Χατζηδάκις και ο Μϊκης Θεοδωράκης, οι ποιητές Νικηφόρος Βρεττάκος, Γιάννης Δάλλας, Τίτος Πατρίκιος, οι συγγραφείς Γαλάτεια Σαράντη, Αντώνης Σαμαράκης, Μιχάλης Περάνθης, Δημήτρης Χατζής, Τάσος Αθανασιάδης, Ευάγγελος Παπανούτσος, Βασίλης Βασιλικός, Γιάννης Καλπούζος, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ακαδημαϊκοί όπως ο Κώστας Δαφνής, ο Ευάγγελος Μουτσόπουλος, ο Δημοσθένης Κόκκινος, η Ελένη Αρβελέρ, ο Γιώργος Γραμματικάκης, ο Γιώργος Κολιός, ο Σταμάτης Κριμιζής, η Μαρία Ευθυμίου, ο ζωγράφος Γιάννης Μόραλης και πάρα πολλοί άλλοι. Έχει δεχτεί την επίσκεψη τριών προέδρων της Ελληνικής Δημοκρατίας και έχει αναδείξει σημαντικές προσωπικότητες των τοπικών γραμμάτων και τεχνών αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τουλάχιστον πέντε πρόεδροί του διετέλεσαν δήμαρχοι Αρταίων, ενώ και άλλα στελέχη του διαπρέπουν στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης και της πολιτικής.
Δεν είναι εύκολο, μετά από έναν τέτοιο απολογισμό, να επιχειρήσει κανείς μιαν αποτίμηση, έστω και σύντομη της υπεραιωνόβιας δράσης του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου Άρτης «Ο ΣΚΟΥΦΑΣ».
Είναι γεγονός ότι, έχοντας τις ρίζες του στα 1896, ο ΣΚΟΥΦΑΣ αποτελεί έναν από τους ιστορικότερους συλλόγους κάθε είδους στη χώρα μας. Λίγα είναι τα σωματεία εκείνα (αθλητικά, πολιτιστικά, κοινωνικά κ. α.) που μπορούν να τον συναγωνιστούν σε πλούτο ιστορικής παρουσίας κι αυτό καθιστά από μόνο του την ύπαρξή του αξιόλογη και ουσιαστική. Δεν είναι όμως μόνον αυτός ο λόγος που κάνει τόσο σημαντικό τον ΣΚΟΥΦΑ. Κι αυτό γιατί, αν μόνο η ιστορική πορεία και η παρουσία διαμέσου των αιώνων ήταν αρκετή, τότε θα θαυμάζαμε τον ιστορικό αυτό σύλλογο ως ένα μουσειακό έκθεμα, ως κάτι δηλαδή που άφησε τα ίχνη του στο παρελθόν, έκανε αισθητή την παρουσία του για ένα χρονικό διάστημα και τώρα το θαυμάζουμε διότι το βάρος της μνήμης είναι πολυτιμότερο και πιο ουσιαστικό από την παρουσία του μέσα στο παρόν. Επειδή ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, καθόσον ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Άρτης «Ο ΣΚΟΥΦΑΣ» εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πόλη, επειδή το δυναμικό του διαρκώς ανατροφοδοτείται κι ανανεώνεται, να γιατί αποτελεί αντικείμενο όχι απλώς μελέτης αλλά και παραδειγματισμού για τις νεότερες γενιές.
[1] Την υπόθεση αυτή ενισχύει και επιστολή του Αδώνιδος Κύρου, εκδότη της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, με ημερομηνία 29/1/1899, η οποία βρίσκεται στο αρχείο του Συλλόγου και όπου σημειώνεται: «από της συστάσεώς του (σ.σ. του ΣΚΟΥΦΑ) μετ’ ευέλπιδος όμματος παρηκολουθήσαμεν και παρακολουθούμεν την δράσιν του ευχόμενοι όπως καταστή συν τω χρόνω κέντρον γενικοτέρας εργασίας διά την πολυτλήμονα Ήπειρον».



























