Εκτύπωση

Το κτίριο που επιλέχτηκε για τη στέγαση του Λαογραφικού Μουσείου, είναι ένα διώροφο νεοκλασικό οίκημα, χτισμένο το 1864 από αυστριακό αρχιτέκτονα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα ως μεθοριακός σταθμός των Τούρκων, αφού με τη συνθήκη του 1881 τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας ήταν στη μέση του Γεφυριού. Οι συλλογές περιλαμβάνουν αντικείμενα από τον υλικό βίο (λαϊκά επαγγέλματα, αγροτικές ασχολίες), οικιακά σκεύη, όργανα χειροτεχνίας, αποκριάτικες μεταμφιέσεις, ενδυμασίες καθώς και υλικό (έντυπο και εικαστικό) σχετικό με το θρύλο του Γεφυριού.

Στην αίθουσα «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» εντάχθηκαν τα εκκλησιαστικά αντικείμενα της συλλογής (άμβωνας, εικόνες, προσκυνητάρι) σε μια δυναμική ανάπλαση από τη Θεία Λειτουργία, με τη μορφή του ιερωμένου να ιερουργεί και την ηχητική συνοδεία ψαλμωδίας που ακούγεται στο συγκεκριμένο χώρο εντείνοντας την αίσθηση που δημιουργεί ο κατάλληλος φωτισμός. Η αίθουσα του «ΘΡΥΛΟΥ ΤΟΥ ΓΕΦΥΡΙΟΥ» προετοιμάζει το πέρασμα μέσα από έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου συγκεντρώθηκαν το έντυπο υλικό και οι εικαστικές δημιουργίες και μαρτυρίες (ζωγραφικοί πίνακες και φωτογραφίες) που αναφέρονται στο γεφύρι. Η σκηνική διαμόρφωση του χώρου, με τη δημιουργία μιας μεγάλης καμάρας, πλαισιώνει «τοπογραφικά» την πληροφόρηση που μεταδίδει το αυτόματο φωτοηχητικό πρόγραμμα για την ιστορία του Γεφυριού. Τα στοιχεία που συνθέτουν το σκηνικό (βότσαλα του ποταμού στο δάπεδο, τοποθέτηση φυσικής βλάστησης, μπλε διάχυτος φωτισμός) αποσκοπούν στην κατάργηση των φυσικών ορίων που χωρίζουν το οίκημα του μουσείου από το γειτονικό Γεφύρι και στην ενοποίηση – μέσα στη συνείδηση του επισκέπτη – εσωτερικού εκθεσιακού χώρου και υπαίθρου, με συνδετικό αγωγό το μοναδικό ανοικτό παράθυρο της αίθουσας, που έχει θέα προς το Γεφύρι. Στη σκάλα που οδηγεί από το ισόγειο στον πρώτο όροφο αναπτύσσεται το ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ της Άρτας. Με την μετατροπή των δύο παραθύρων, που υπάρχουν κατά μήκος της σκάλας, σε μπαλκόνι σπιτιών με μασκαράδες που σκύβουν προς το μέρος του επισκέπτη που περνά από μπροστά τους, ο χώρος αυτός παίρνει τη μορφή βαθμιδωτού καλντεριμιού – από τα άπειρα που υπάρχουν στην Άρτα- του ίδιου που απεικονίζεται στη μεγάλη φωτογραφία, η οποία είναι αναρτημένη σε τοίχο του χώρου αυτού και αποτελεί σπάνια εικαστική μαρτυρία αποκριάτικου εορτασμού στις αρχές του αιώνα μας.

Η «ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ» έχει μια σειρά από εργαστήρια όπως (υποδηματοποιείο, χαλκουργείο, οινοποιείο, κηροπλαστείο) μέσα στα οποία οι τεχνίτες παρουσιάζουν μια στιγμιαία κίνηση την ώρα της δουλειάς. Τα εκθέματα που εικονογραφούν τις  ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ (γεωργία-κτηνοτροφία) διαμορφώθηκαν σε μια πρόσοψη καλύβας όπου υπάρχει μια γιγαντιαία φωτογραφία δάσους και με την τοποθέτηση φυσικών κορμών μας δίνει την εικόνα της υπαίθρου. Η αφαιρετική δήλωση των κοπαδιών πραγματοποιείται με την ανάρτηση πολλών κουδουνιών, που αιωρούνται ελεύθερα στο χώρο.

     Η τελευταία αίθουσα το «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΕΝΟΣ ΣΠΙΤΙΟΥ» με όλη την οικοσκευή και τον ρουχισμό αποτελεί καταληκτικό σημείο στη διαδρομή που ακολουθεί ο επισκέπτης οδεύοντας από τον «εξωτερικό κόσμο» προς την κατοικία. Η προσθήκη των δυο γυναικείων μορφών, γυναίκας στον αργαλειό και γιαγιάς που νανουρίζει το μωρό στην κούνια, συμβάλλει στη δυναμική ανάπλαση της ζωής.